Στον καιρό που οι γυναίκες, φυλακισμένες στους γυναικωνίτες, παρατηρούσαν τον γαμπρό που τους είχαν διαλέξει, πριν από τη στέψη τους…
Στα πρώιμα χρόνια μετά την επανάσταση, η γυναίκα βρισκόταν σε δυσχερή θέση. Έζησε στο περιθώριο, χωρίς φωνή και δικαιώματα, περιορισμένη στο σπίτι, «ασχολούμενη με τα του οίκου». Έχοντας ελλείψεις στη μόρφωση, φέρνει τα σημάδια της οθωμανικής καθυστέρησης. Υπήρχε ο γυναικωνίτης για τις γυναίκες και ο ανδρωνίτης ή οι ανδρώνες για τους άνδρες. Τα κορίτσια δεν πήγαιναν σχολείο φοβούμενα τους πατέρες τους, «να μην μάθουν γράμματα και τα χρησιμοποιήσουν εναντίον μας».
Οι αφελείς φουστανελοφόροι πίστευαν ότι κρατώντας τα κορίτσια στην αμάθεια, τα προστάτευαν από τον… κίνδυνο του έρωτα! Αυτοί, που παλαιότερα τραγουδούσαν για το «πάθημα της καλογριάς», που ερωτεύτηκε και «γύρισε την πλάτη της στον μοναχισμό, αποδεσμεύτηκε από τα ράσα και παρασύρθηκε από τον τραγουδιστή»! Η απόφαση του γάμου για τις κόρες ανήκε στους γονείς, και έτσι τα κορίτσια υποχρεώνονταν να αποδεχτούν τον σύζυγο, είτε τον ήθελαν είτε όχι.

Το 1835, ο Δημήτρης Σούτσος, ανώτερος δικαστής, επισκέφτηκε τη Σύρο για να παντρευτεί τη Σμαράγδα Σούτσου, με την οποία δεν είχαν καμία προηγούμενη γνωριμία. Ο Σούτσος ήταν απογοητευτικός στο βλέμμα και η νύφη, μόλις τον αντίκρισε, ξέσπασε σε δάκρυα για να εκφράσει την αντίθεσή της στον γάμο. Παρά τις προσπάθειες των γονιών της και των φίλων της να την πείσουν, εκείνη παρέμεινε ανένδοτη, αρνούμενη να παντρευτεί τον άντρα που δεν ήθελε.
Η απαξίωση της επιτυχούς υποστήριξης ισχυρών στοιχείων του γαμπρού, όπως τα πνευματικά και επαγγελματικά του προσόντα, δεν μπόρεσε να σπάσει την απόφασή της, και το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί σκάνδαλο όλο και πλησίαζε. Σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο, η μικρότερη αδελφή της Σμαράγδας, η Σεβαστή, προσφέρει τον εαυτό της ως θυσία στο βωμό της παραδοσιακής σκέψης και αίτησης, προθυμοποιούμενη να παντρευτεί τον δικαστή. Όμως, οι γονείς της αρνήθηκαν την προθυμία της και εξανάγκασαν τη Σμαράγδα να παντρευτεί τον Δημήτρη Σούτσο. Στο τέλος, αναχώρησαν για την Αθήνα για να τελέσουν τον γάμο.

Πριν από μερικά χρόνια, κατά την εποχή του Καποδίστρια, η σύζυγος του Σπυρίδωνα Τρικούπη, κόρη του Μαυροκορδάτου, προσπαθούσε μάταια, με τη συμβολή του συζύγου της, να αλλάξει τη νοοτροπία της εποχής. Οργάνωνε γιορτές στο Ναύπλιο, όπως στις 27-4-1828, στο αρχοντικό του πατέρα της, με προσκεκλημένους αγωνιστές του ’21 και τις συζύγους τους, οι οποίες υπήρχαν. Μεταξύ τους ήταν και ο Θοδωράκης Γρίβας με τη σύζυγό του. Επειδή δεν υπήρχαν όργανα, ο λόγιος αξιωματικός Κων. Αξελός αναλαμβάνει τα καθήκοντα της ορχήστρας, «τραγουδώντας και κρούοντας τον ρυθμό με τα χέρια του».

Σ’ εκείνη τη γιορτή, ένας κομψά ντυμένος νεαρός που είχε έρθει από την Ευρώπη, ζήτησε τη γυναίκα του Γρίβα για να χορέψουν. Εκείνη τον κοίταξε με αμηχανία, αλλά ο Γρίβας θεώρησε την πρόσκληση προσβολή της τιμής του! Πετάχτηκε από θέση και, γεμάτος από οργή, τράβηξε το γιαταγάνι του απειλώντας να καταστρέψει τον νέο ο οποίος τόλμησε να ζητήσει από τη γυναίκα του να χορέψει, εφόσον αυτή δεν ήξερε καν να χορεύει! Ο νεαρός τρομοκρατήθηκε, φώναξε βοήθεια και οι παρευρισκόμενοι μόλις και μετά βίας κατάφεραν να τον σώσουν από τα χέρια του εξοργισμένου Γρίβα.

Κατά τη διάρκεια αυτής της συγκέντρωσης, μπροστά στον Σπυρίδωνα Τρικούπη, ο Α. Ραγκαβής αφηγήθηκε ένα περιστατικό που συνέβη σε μια άλλη γυναίκα αγωνίστρια του ’21. Αυτή, κουρασμένη, αποκοιμήθηκε στην εξοχή κάτω από ένα δέντρο και ξύπνησε τρομαγμένη όταν ένιωσε ένα φίδι να μπλέκεται στα φορέματά της, «ανεβαίνοντας στο πόδι της». Παρ’ όλα αυτά, δεν επέτρεψε σε κανέναν να τη βοηθήσει για να μην δουν πιθανώς τις γάμπες της μέχρι να έρθει ο σύζυγός της που την απελευθέρωσε από τον «φαρμακερό εραστή»!
Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης,
[email protected]














