Υπάρχει μια αρχαία πεποίθηση ότι ό,τι κατακτάται στο πεδίο της μάχης δεν χάνεται στις διαπραγματεύσεις. Αντίθετα, οι συμφωνίες που προκύπτουν μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών αντικατοπτρίζουν την κατάσταση στο μέτωπο. Αυτές οι διαπραγματεύσεις ακολουθούν τον βασικό νόμο του Θουκυδίδη, ο οποίος υπογραμμίζει ότι ο ισχυρός επιβάλλει τους όρους του ενώ ο αδύναμος υποχωρεί σύμφωνα με τα όρια της αδυναμίας του.
Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να εξεταστεί το πρωτοφανές συμβάν στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχαμε μια “διαπραγμάτευση” σε δημόσια θέα, υποστηριζόμενη από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μέσω δηλώσεων και tweets. Από τη μορφή της ήταν σαφές ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι εντυπώσεων, στο οποίο ο Ζελένσκι και οι Ευρωπαίοι προσπαθούσαν να παρουσιάσουν τον Πούτιν ως αντίθετο στην ειρηνική λύση.
Ποιες είναι οι πραγματικές συνθήκες; Μετά από τρία χρόνια, η Ουκρανία και η Δύση που την υποστηρίζει -κυρίως η Ευρώπη, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ έχουν διαφοροποιηθεί- βρίσκονται σε απώλεια και στα δύο επίπεδα: στρατιωτικά και γεωοικονομικά. Ο ουκρανικός στρατός βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση, χωρίς σαφή προοπτική.
Η θέση της Ρωσίας παραμένει σταθερή: είναι ανοιχτή σε συνομιλίες για μια ολοκληρωμένη συμφωνία ειρήνης που θα αντιμετωπίζει τις αιτίες του πολέμου, όπως η ανάπτυξη του ΝΑΤΟ κοντά στη Μόσχα. Οι πιθανές ειρηνικές συμφωνίες θα αντικατοπτρίζουν την τρέχουσα κατάσταση στο πεδίο της μάχης και τον ευρύτερο πολιτικό και οικονομικό συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη. Υπολογίζεται ότι η Ουκρανία θα παραμείνει ουδέτερη, λειτουργώντας ως buffer zone, ενώ είναι απίθανο η Ρωσία να παραχωρήσει εδάφη που έχει καταλάβει, ίσως μόνο ελάχιστες παραχωρήσεις στο πλαίσιο ευρύτερης διαπραγμάτευσης.
Υπάρχει τρόπος να αλλάξει η κατεύθυνση του πολέμου; Μοναδικά εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλακούν πλήρως, κάτι που ο Τραμπ επιδιώκει να αποφύγει. Ο Τραμπ, παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να αποδεχτεί την κατηγορία ότι εγκατέλειψε την Ουκρανία. Έτσι, η κατάσταση αυτή δημιουργεί προκλήσεις στην πολιτική και διπλωματία.
Η Ουκρανία και οι υποστηρικτές της επιθυμούν διαπραγματεύσεις με παράλληλη εκεχειρία, κάτι που σπάνια συμβαίνει στην ιστορία των πολέμων. Για ποιο λόγο να αποδεχθεί μια εμπόλεμη πλευρά την απώλεια πλεονεκτήματος; Η Μόσχα ανησυχεί ότι μια 30ήμερη εκεχειρία θα μπορούσε να επεκταθεί, δίνοντας την ευκαιρία στην Ουκρανία να ανασυγκροτήσει τον στρατό της και να επιτεθεί ξανά.
Στην ιστορία των διπλωματικών προσπαθειών, οι όροι μιας συμφωνίας συζητούνται από τις αντιπροσωπείες, με τους ηγέτες να επεμβαίνουν στο τελευταίο στάδιο για λεπτομέρειες. Αυτή τη στιγμή υπάρχει σημαντικό χάσμα ανάμεσα στις θέσεις Ουκρανίας και Ρωσίας. Ούτε καν οι πιο αφελείς δεν πίστεψαν ότι ο Πούτιν και ο Ζελένσκι θα εξετάσουν και θα καταλήξουν σε συμφωνία στην Κωνσταντινούπολη—αυτό θα ήταν αντάξιο μιας αποσταθεροποιημένης κατάστασης για τον Ζελένσκι, αλλά προσβλητικό για τον Πούτιν.
Εν κατακλείδι, ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι τοπικός, ωστόσο οι πολιτικές και διπλωματικές του πτυχές είναι παγκόσμιες, επιφέροντας αλλαγές στην παγκόσμια ισορροπία και σε μια νέα πολυπολική τάξη. Οι Ευρωπαίοι δεν επιθυμούν το τέλος του πολέμου, αλλά μια στρατηγική ήττα της Ρωσίας, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να συνεχίζουν μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό στρατιώτη.
Ωστόσο, όταν ο Τραμπ ρώτησε για τις στρατιωτικές δυνατότητες των Ευρωπαίων, η απάντηση ήταν ότι μπορούν να διαθέσουν 25.000 άνδρες για 1.200 χιλιόμετρα μετώπου, υπό τη στρατιωτική ομπρέλα των ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, επιθυμούν να εμπλέξουν τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο με τη Ρωσία, με τον κίνδυνο να μετατραπεί σε πυρηνικό.
Η ειρωνεία είναι ότι ο “ακροδεξιός Τραμπ” προσπαθεί να αποφύγει το χειρότερο, ενώ μια Ευρώπη γύρω του εκδηλώνει στρατιωτική διάθεση. Ευτυχώς, για τους λαούς της, δεν διαθέτει τις απαιτούμενες οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες.














