Δύο χρόνια έχουν περάσει από την εθνική τραγωδία στα Τέμπη, όπου 57 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, και οι μαρτυρίες εκείνων που βίωσαν τον εφιάλτη συνεχίζουν να προκαλούν αίσθηση. Ο εφέτης ανακριτής, που έχει αναλάβει την έρευνα για να διαπιστωθούν τα αίτια της φωτιάς και της πυρόσφαιρας, καλεί για καταθέσεις τους επιβάτες που έζησαν τις τραγικές στιγμές της σύγκρουσης των δύο τρένων και της φωτιάς που ακολούθησε.
Μια επιβάτης επιμένει στην κατάθεσή της και στη σχετική δήλωση ότι το τρένο σταμάτησε μετά τη Λάρισα, εκτός αστικών περιοχών.
Η εφημερίδα Πατρίς αποκαλύπτει τις δηλώσεις της: “Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι, αμέσως μετά τη Λάρισα και αφού είχαμε βγει από την κατοικημένη περιοχή, το τρένο σταμάτησε για λίγα λεπτά, χωρίς καμία ενημέρωση από τα μικρόφωνα του τρένου. Αμέσως μετά, ξεκίνησε ξανά και ένιωσα το τράνταγμα καθώς έγινε αλλαγή σε τροχιά. Επισημαίνω πως η στάση έγινε μετά τον σταθμό Λάρισας, εκτός κατοικημένης περιοχής”.
Στην υπεύθυνη δήλωσή της, ανέφερε: “Ξεκινήσαμε από Λάρισα και παρατήρησα τον υπάλληλο που ελέγχει τα εισιτήρια να κινείται γρήγορα από τα πίσω βαγόνια. Ένιωθα μια ανησυχία να υπάρχει. Κοιταζόμασταν με τη γυναίκα απέναντί μου. Μετά από λίγο, το τρένο σταμάτησε ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση. Κοίταξα έξω, αλλά δεν έβλεπα φώτα. Ρώτησα την κυρία απέναντί μου πού βρισκόμαστε, και μου απάντησε ότι ήμασταν λίγο μετά τη Λάρισα. Εκτιμώ ότι σταμάτησε για 2-3 λεπτά χωρίς καμία ενημέρωση, όπως συνήθως.”
“Μόλις ολοκλήρωσε τη φράση, το τρένο άρχισε να κινείται ξανά και ένιωσα ένα δυνατό τράνταγμα. Αυτό το σημείο φάνηκε να έχει μπει σε άλλη σιδηροδρομική γραμμή,” είπε η επιβάτης.
Η επιβάτης, λίγο αργότερα, σκέφτηκε να πάει στο κυλικείο αλλά τελικά το μετάνιωσε. Λίγα λεπτά αργότερα, συνέβη η σύγκρουση. Όταν ερωτήθηκε για την οσμή στο σημείο της σύγκρουσης, είπε: “Η έντονη μυρωδιά δεν ήταν από καμένο ξύλο, λάδι, πλαστικό ή υγρά μπαταρίας. Αυτό που μύρισα ήταν πολύ ενοχλητικό και μας προκαλούσε βήχα. Η φωτιά μακριά είχε ιριδίζον χρώμα μπλε.”
«Πού είναι το μωρό μου»
Ένας επιβάτης από το βαγόνι 3 περιγράφει: “Μόλις έγινε η σύγκρουση, είδα μια λάμψη, σαν να άνοιγαν και έκλειναν προβολείς στιγμιαία, με κίτρινο χρώμα. Το βαγόνι άρχισε να κλυδωνίζεται, τα ράφια έσπαγαν και οι αποσκευές έπεφταν. Αυτό το κούνημα διήρκεσε μερικά δευτερόλεπτα πριν το βαγόνι γείρει δεξιά και μετά αριστερά, σπρώχνοντάς μας με δύναμη.”
Ο επιβάτης προσπάθησε να καταλάβει τι είχε συμβεί και η πρώτη του αντίδραση ήταν να ελέγξει αν μπορούσε να κινήσει χέρια και πόδια. “Το βαγόνι είχε κλίση 90 μοιρών, ένα τζάμι έσπασε και με χτύπησε. Βοήθησα μια κοπέλα που είχε πέσει στην εμβρυακή στάση. Ακούγονταν κραυγές: “Βοήθεια, έχω εγκλωβιστεί”, “Βοήθεια, καίγομαι” και μια μητέρα φώναζε “πού είναι το μωρό μου”.”
Στο βαγόνι υπήρχε μόνο το φως από την φωτιά, η οποία έμπαινε μέσα. “Δεν μπορούσαμε να ανασάνουμε, ένιωθα ότι κάηκε η μύτη μου. Ο διπλανός μου φώναξε να καλύπτουμε το στόμα μας και να μην εισπνέουμε τον καπνό. Φώναζα: “Προχωρήστε, να βγάλουμε”.”
Όλοι βγήκαν από ένα σπασμένο τζάμι, σε ύψος 2.5 μέτρων. “Εκεί κρεμάστηκα και έπεσα κάτω, και εκεί είχαν κοφτερές πέτρες, σίδερα και τμήματα του τρένου.” Ο επιβάτης ανακάλυψε ότι είχε τραυματιστεί και ένας αστυνομικός τον μετέφερε μαζί με άλλες κοπέλες στο ΑΤ Τεμπών για να παραλάβουν οι γονείς τους. “Οι γονείς μου έφτασαν την ίδια στιγμή, αλλά ο πατέρας μου ρώτησε αν χρειαζόταν να κάνουμε κατάθεση και του είπαν ότι δεν ήταν απαραίτητο.”
Ο επιβάτης υπέστη σοβαρά προβλήματα υγείας μετά το συμβάν, βιώνοντας εφιάλτες, ταχυκαρδίες και έντονο άγχος. Η ζωή του έχει αλλάξει και μέχρι σήμερα επηρεάζεται από όσα βίωσε εκείνο το βράδυ.
«Η σκέψη μου τότε ήταν ότι θα πεθάνουμε»
Μια άλλη επιβάτης, που δέκα λεπτά πριν τη σύγκρουση βρισκόταν στο κυλικείο, είπε: “Ήταν μια πολύ ήσυχη βραδιά. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, ένιωσα το τρένο να εκτροχιάζεται και είδα σπίθες. Η αίσθηση ήταν ότι το βαγόνι θα ανατρεπόταν και ότι ο χώρος μίκραινε. Η σκέψη μου εκείνη τη στιγμή ήταν ότι θα πεθάνουμε.”
“Στο κουπέ ήμουν με άλλα δύο παιδιά. Υπήρχε σκοτάδι και καπνός, ένιωσα ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω και πίστευα πως θα πεθάνουμε από ασφυξία, γιατί δεν έβλεπα έξοδο διαφυγής. Τα άλλα δύο παιδιά παρέμειναν ψύχραιμα. Ο ένας παρατήρησε ότι ένα παράθυρο ήταν σπασμένο και με προέτρεψε να βγάλω το κεφάλι μου έξω για αέρα. Δεν ξέρω αν έμενα παραπάνω στο βαγόνι εάν θα συνέχιζα να έχω τις αισθήσεις μου.”














