Ο ήλιος της 27ης Απριλίου 1945 δύει πάνω από μια Ιταλία που αρχίζει να αναγεννάται από τον φασιστικό της εφιάλτη.
Στη λίμνη Κόμο, κοντά στο χωριό Τζιουλίνο ντι Μετσέγκρα, ο εξουθενωμένος Μπενίτο Μουσολίνι στέκεται ανυπεράσπιστος μπροστά σε έναν πέτρινο τοίχο.
Δίπλα του, η ερωμένη του, Κλάρα Πετάτσι. Ο άνθρωπος που επιθυμούσε να λατρεύεται σαν θεός, ετοιμάζεται να γίνει απλώς μια άψυχη σορός, χαμένη στην ιστορία.
Η ιστορία του αρχίζει πολλές δεκαετίες νωρίτερα.
Εξουσία, φιλοδοξίες, πόλεμος
Ο Μουσολίνι αναρριχάται στην εξουσία το 1922, εκμεταλλευόμενος τη σύγχυση και τη μιζέρια της μεταπολεμικής Ιταλίας. Δημιουργεί έναν μυθικό χαρακτήρα: ο άνδρας που ενώνει, κυβερνά και δεν κάνει λάθη. Ο Ντούτσε φωτογραφίζεται σε στιγμές ισχύος: ιππεύοντας άλογα, οδηγώντας αγωνιστικά αυτοκίνητα, συνομιλώντας με αγρότες στα χωράφια.
Η φιλοδοξία του είναι απύθμενη. Θέλει να αναστήσει τη δόξα της Ρώμης, να κυριαρχήσει στη Μεσόγειο, και να γίνει νέος Καίσαρας.
Το 1940, επιπόλαια, σύρει την Ιταλία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό του Χίτλερ, πιστεύοντας στη γρήγορη νίκη.
Όμως, η δόξα που ήλπιζε αντικαθίσταται από καταστροφή: ήττες στη Γαλλία, στην Ελλάδα, στη Βόρεια Αφρική. Η κάποτε περήφανη Ιταλία γίνεται αποικία της Γερμανίας.
Από αρχηγός σε μαριονέτα
Το 1943, ο Μουσολίνι ανατρέπεται και φυλακίζεται. Ο Χίτλερ τον διασώζει με μια θεαματική επιχείρηση, αλλά τον τοποθετεί επικεφαλής μιας θλιβερής κυβέρνησης: της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας ή Δημοκρατίας του Σαλό, πλήρως υποταγμένης στη Βέρμαχτ.
Ο Ντούτσε του 1944 δεν έχει πια τίποτα από τη λάμψη του παρελθόντος. Έχει καταντήσει μαριονέτα σε μια τραγική παράσταση που τελειώνει με βία.
Τον Απρίλιο του 1945, καθώς οι σύμμαχοι πλησιάζουν και οι παρτιζάνοι ελέγχουν τις πόλεις, ο Μουσολίνι αποφασίζει να δραπετεύσει. Στις 25 Απριλίου εγκαταλείπει το Μιλάνο και κατευθύνεται βόρεια, ντυμένος ως Γερμανός στρατιώτης.
Ελπίζει να περάσει τα ελβετικά σύνορα και να σωθεί. Όμως, η μοίρα του έχει άλλα σχέδια.
Η εκτέλεση
Στις 27 Απριλίου, κοντά στο χωριό Ντόνγκο, τον βρίσκουν παρτιζάνοι. Δυστυχισμένος και σιωπηλός, δεν αντιστέκεται. Ο πρώην Ντούτσε μοιάζει ήδη νεκρός — ένα άδειο κέλυφος χωρίς ίχνος περηφάνιας.
Η απόφαση για την εκτέλεσή του είναι άμεση. Την επόμενη μέρα, 28 Απριλίου, ο Μουσολίνι και η Πετάτσι οδηγούνται στη βίλα Μπελμόντε. Εκεί, μπροστά σε έναν τοίχο, ο παρτιζάνος Βάλτερ Αουντίζιο σηκώνει το υποπολυβόλο του. Μια αρχική εμπλοκή καθυστερεί το αναπόφευκτο, αλλά το δεύτερο όπλο δεν αστοχεί. Ο Μουσολίνι πέφτει σιωπηλά, χωρίς αντίσταση, και μαζί του και η Κλάρα Πετάτσι.
Το βράδυ της ίδιας μέρας, οι σοροί τους φορτώνονται σε ένα φορτηγό και μεταφέρονται στο Μιλάνο. Το πρωί της 29ης Απριλίου, πετιούνται στο Πιατσάλε Λορέτο — το μέρος όπου, το προηγούμενο καλοκαίρι, οι φασίστες είχαν πετάξει τα σώματα 15 εκτελεσμένων παρτιζάνων.
Ο όχλος δεν συγχωρεί. Χτυπά και φτύνει τα πτώματα. Μια γυναίκα πυροβολεί το σώμα του Μουσολίνι πέντε φορές, φωνάζοντας: “Για τους πέντε γιους μου.” Τελικά, τα πτώματα κρεμιούνται ανάποδα από μια σιδερένια δοκό σε ένα ημιτελές βενζινάδικο.
«Ένα ταιριαστό τέλος σε μια άθλια ζωή»
Οι εικόνες σοκάρουν τον κόσμο. Οι New York Times γράφουν την επόμενη μέρα:
«Ο θάνατος του Μπενίτο Μουσολίνι στις 28 Απριλίου 1945 υπήρξε μία από εκείνες τις στιγμές. Ένα ταιριαστό τέλος για μια άθλια ζωή.»
Συνεχίζουν: «Ο άνθρωπος που κάποτε διαλαλούσε ότι θα αποκαθιστούσε τις δόξες της αρχαίας Ρώμης, τώρα κείτεται νεκρός σε μια δημόσια πλατεία του Μιλάνου, ενώ ένα μαινόμενο πλήθος τον καταριέται, τον κλωτσά και τον φτύνει.»
Ήταν ένα σκληρό, αλλά αναπόφευκτο φινάλε. Ο άνδρας που έχτισε έναν κόσμο γύρω από το είδωλό του, κατέληξε να γίνει τρόπαιο στα χέρια αυτών που κάποτε τον λάτρεψαν.
Ο Μπενίτο Μουσολίνι, ο Ντούτσε που ονειρεύτηκε θρόνους και αυτοκρατορίες, έζησε το τέλος που του άξιζε — έρμαιο της ιστορίας του.














