Η παγκόσμια αγορά βρίσκεται σε αναταραχή, καθώς η αύξηση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, σε συνδυασμό με τις προοπτικές ενός ενδεχόμενου κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, δημιουργούν ανησυχίες. Το Ιράν εξετάζει διάφορες αντιδράσεις στην πρόσφατη αμερικανική επίθεση στις πυραυλικές εγκαταστάσεις του.
Μετά την επίθεση από τις ΗΠΑ, το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης φαίνεται να αναπτύσσει σενάρια τροποποίησης της στρατηγικής του απέναντι σε Αμερικανούς και Ισραηλινούς. Ένα από αυτά είναι το κλείσιμο της κρίσιμης θαλάσσιας οδού του Ορμούζ. Ειδικοί τονίζουν ότι ένα τέτοιο κλείσιμο θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στις οικονομίες των χωρών του Περσικού Κόλπου, της Ευρώπης και της Κίνας.
Η στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ για την παγκόσμια οικονομία
Τα Στενά του Ορμούζ, που βρίσκονται ανάμεσα στο Ομάν και το Ιράν, συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα. Στο στενότερο σημείο τους, το πλάτος τους είναι μόλις 21 μίλια. Καθημερινά διευκολύνουν τη μεταφορά εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου σύμφωνα με το Υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ.
Το Ιράν ελέγχει τη βόρεια πλευρά των Στενών, ενώ το Ομάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ελέγχουν τη νότια πλευρά. Αυτές οι θαλάσσιες οδούς συνδέουν τις χώρες παραγωγής πετρελαίου της Μέσης Ανατολής με τις παγκόσμιες αγορές. Υπολογίζεται ότι το 30% του παγκόσμιου πετρελαίου που διακινείται δια θαλάσσης περνά από τα Στενά, ενώ το 20% της παγκόσμιας παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου LNG.
Το 2024, περνούσαν καθημερινά από τα Στενά του Ορμούζ 20,3 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και 290 εκατομμύρια κυβικά μέτρα LNG, με το 80% να κατευθύνεται στην Ασία, κυρίως στην Κίνα, και το 20% στην Ευρώπη.
Αν και η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν εναλλακτικούς πετρελαιαγωγούς, οι δυνατότητές τους είναι περιορισμένες και δεν μπορούν να μεταφέρουν εγκαίρως τις ίδιες ποσότητες όσο τα Στενά.
Σύμφωνα με τις αρχές του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ, τυχόν διαταραχές στη μεταφορά πετρελαίου μέσω των Στενών θα επηρεάσουν αρνητικά τις αγορές χωρών όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Επίσης, αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε παρέμβαση στις θαλάσσιες οδούς θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταραχές στις διεθνείς αγορές ενέργειας, οδηγώντας σε μείωση της προσφοράς και αύξηση των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Πέντε λόγοι για τους οποίους το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα ήταν καταστροφικό για την Ευρώπη
Η πιθανότητα αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ υποδηλώνει μεγάλες προκλήσεις για την Ευρώπη, σύμφωνα με τον ειδικό ασφαλείας και πρώην στέλεχος των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, Κλοντ Μονικέ. Υπάρχουν τέσσερις βασικοί λόγοι:
- Απειλές στην ενεργειακή ασφάλεια
Η Ευρώπη εξαρτάται από το πετρέλαιο και το LNG που εισάγονται από χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με μεγάλο μέρος της προμήθειας να περνά από τα Στενά του Ορμούζ. Οποιαδήποτε αποκλεισμός θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις τιμές πετρελαίου και να προκαλέσει ενεργειακές ελλείψεις, κυρίως στις χώρες που εξαρτώνται από τις προμήθειες της Μέσης Ανατολής.
- Οικονομικό σοκ
Η απότομη άνοδος των τιμών του πετρελαίου θα εντείνει τον πληθωρισμό και τα ενεργειακά κόστη, επηρεάζοντας αρνητικά τις βιομηχανίες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι τομείς μεταποίησης, μεταφορών και γεωργίας θα υποφέρουν ιδιαίτερα, με πιθανές αλυσιδωτές αντιδράσεις στις ευρωπαϊκές αγορές.
- Ασφάλεια και στρατιωτική κλιμάκωση
Ένας αποκλεισμός θα μπορούσε να προκαλέσει στρατιωτική σύρραξη, καθώς οι ΗΠΑ διαθέτουν πολεμικά πλοία στην περιοχή και έχουν δηλώσει ότι δεν θα επιτρέψουν το κλείσιμο της θαλάσσιας αυτής οδού. Τέτοιες εντάσεις θα υποχρεώσουν τη Βρετανία και τη Γαλλία, που επίσης διαθέτουν πλοία στην περιοχή, να λάβουν δύσκολες αποφάσεις.
- Σοβαρές αναταραχές στη ναυτιλία και το εμπόριο
Πέρα από την πετρελαϊκή αγορά, τα Στενά είναι επίσης κρίσιμη οδός για την παγκόσμια ναυτιλία. Ο αποκλεισμός τους θα μπορούσε να καθυστερήσει την εισαγωγή πρώτων υλών και προϊόντων στην Ε.Ε., με δραματικές επιπτώσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού. Τα ασφάλιστρα της ναυτιλίας θα μπορούσαν επίσης να εκτοξευθούν, αυξάνοντας το κόστος για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και καταναλωτές, οδηγώντας σε αυξήσεις τιμών στα καταναλωτικά αγαθά.














