Παλαιότερα, κατά την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε ένας υφυπουργός Οικονομικών που έγινε γνωστός για τις δηλώσεις του σχετικά με την “εισβολή” των ελεγκτών στα σπίτια, προκειμένου να ανακαλύψουν τα χρήματα που οι Έλληνες έκρυβαν σε στρώματα. Αυτή ήταν η περίοδος κατά την οποία οι πολίτες διατηρούσαν 25 με 30 δισεκατομμύρια ευρώ στα σπίτια τους, λόγω του φόβου εξόδου από το ευρώ.
Κάποια στιγμή, η κυβέρνηση αναγνώρισε ότι οι συγκεκριμένες εξαγγελίες – που στην ουσία λειτουργούσαν αποτρεπτικά για την επιστροφή των χρημάτων στις τράπεζες – ωφέλησαν κυρίως τον ίδιο τον υφυπουργό, ο οποίος συχνά εμφανιζόταν στα ΜΜΕ.
Η πρακτική των ανακοινώσεων για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής δεν είναι καινούρια. Παρά την ψηφιοποίηση και τον εκσυγχρονισμό της ΑΑΔΕ, συνεχίζονται οι καμπάνιες που στοχεύουν κυρίως στην αποτροπή των φοροφυγάδων από το να κρύβουν τα εισοδήματά τους. Όταν υπολογίζουμε ότι το 2024, τα έσοδα από τη φοροδιαφυγή ανήλθαν σε 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι προφανές ότι τα αποτελέσματα είναι μέτρια. Η ΑΑΔΕ προγραμματίζει ενός νέου τύπου καμπάνια που θα διασταυρώσει τα εισοδήματα 2,8 εκατομμυρίων φορολογουμένων, επικεντρώνοντας σε αυτούς με δαπάνες μεγαλύτερες από τις δηλώσεις τους.
Η τελευταία διασταύρωση, βασισμένη στις φορολογικές δηλώσεις του 2022, αξιολόγησε 3,8 εκατομμύρια δηλώσεις με δηλωθέντα εισοδήματα κάτω των 10.000 ευρώ. Εντοπίστηκαν αρχικά 20.000 ύποπτοι, ωστόσο καταλήξαμε σε 800, οι οποίοι τώρα υπόκεινται σε τακτικούς ελέγχους. Τα αποτελέσματα φαίνονται απογοητευτικά, εκτός αν οι 800 είναι δισεκατομμυριούχοι με κρυμμένα ποσά, περίπτωση που θα μας έκανε να εορτάσουμε, αλλά αυτό φαίνεται απίθανο!
Παράλληλα, τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι το σχέδιο που εφαρμόζεται έχει αδυναμίες. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη των ιδιωτών αυξήθηκαν κατά 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024 σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Αντίθετα, πέρυσι το πλεόνασμα, που προήλθε από φόρους, ξεπέρασε τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα υπερβαίνουν τα 3 δισεκατομμύρια.
Τα στοιχεία, σε συνδυασμό με την τεκμαρτή φορολόγηση για τους ελεύθερους επαγγελματίες, αναδεικνύουν τη σοβαρότητα του προβλήματος της φοροδιαφυγής, αλλά οι επιλεγμένες λύσεις δεν το αντιμετωπίζουν. Η προσοχή επικεντρώνεται στους υψηλούς φόρους, που συχνά οδηγούν σε φοροαποφυγή.
Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να πληρώνουν προκαταβολή φόρου, ενώ στα καύσιμα επιβάλλονται δύο φόροι που δικαιολογούνται ειλικρινά. Αντί να μειώσουμε τους φόρους και να απλοποιήσουμε το φορολογικό σύστημα, όπως κάνει και η Βουλγαρία, συνεχίζουμε να διεξάγουμε εκστρατείες για να τρομάξουμε κάποιους, με αμφίβολα αποτελέσματα.














